せよと言いう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συμβουλεύω έντονα, επιμένω (για κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
せよと言う
Παρόν (ευγενικό)
せよと言います
Άρνηση (απλή)
せよと言わない
Άρνηση (ευγενική)
せよと言いません
Παρελθόν (απλό)
せよと言った
Παρελθόν (ευγενικό)
せよと言いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
せよと言わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
せよと言いませんでした
Τε-μορφή
せよと言って
Δυνητική
せよと言える
Προστακτική
せよと言え
Βουλητική
せよと言おう
Υποθετική (ば)
せよと言えば