そそくさ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία βιαστικά, με βιασύνη, γρήγορα

Παραδείγματα

  • かれ部屋へやそそくさていった。

    Αυτός βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο.

  • 彼女かのじょばれて、そそくさとそのった。

    Την φώναξαν και έφυγε βιαστικά από εκείνο το μέρος.

  • 約束やくそく時間じかんおくれそうだったので、そそくさ支度したくをしていえした。

    Επειδή φαινόταν ότι θα αργούσα στο ραντεβού, ετοιμάστηκα βιαστικά και έφυγα τρέχοντας από το σπίτι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
そそくさする
Παρόν (ευγενικό)
そそくさします
Άρνηση (απλή)
そそくさしない
Άρνηση (ευγενική)
そそくさしません
Παρελθόν (απλό)
そそくさした
Παρελθόν (ευγενικό)
そそくさしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
そそくさしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
そそくさしませんでした
Τε-μορφή
そそくさして
Δυνητική
そそくさできる
Προστακτική
そそくさしろ
Βουλητική
そそくさしよう
Υποθετική (ば)
そそくさすれば