そそり勃たつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στυλώνομαι (πέος, θηλή, κ.λπ.), υψώνομαι (σαν στύση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
そそり勃つ
Παρόν (ευγενικό)
そそり勃ちます
Άρνηση (απλή)
そそり勃たない
Άρνηση (ευγενική)
そそり勃ちません
Παρελθόν (απλό)
そそり勃った
Παρελθόν (ευγενικό)
そそり勃ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
そそり勃たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
そそり勃ちませんでした
Τε-μορφή
そそり勃って
Δυνητική
そそり勃てる
Προστακτική
そそり勃て
Βουλητική
そそり勃とう
Υποθετική (ば)
そそり勃てば