そのたび

άλλο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάθε φορά

Παραδείγματα

  • その度そのたびほんみます。

    Διαβάζω ένα βιβλίο κάθε φορά.

  • かれその度そのたびわたしうれしくなります。

    Κάθε φορά που έρχεται, χαίρομαι.

  • 彼女かのじょわたしいにその度そのたび素敵すてきなプレゼントをってきてくれます。

    Κάθε φορά που έρχεται να με δει, μου φέρνει ένα υπέροχο δώρο.