そろばんを弾く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λογαριάζω στον άβακα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα υπολογίζω το κόστος και το όφελος, υπολογίζω την κερδοφορία, καθοδηγούμαι από το προσωπικό συμφέρον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- そろばんを弾く
- Παρόν (ευγενικό)
- そろばんを弾きます
- Άρνηση (απλή)
- そろばんを弾かない
- Άρνηση (ευγενική)
- そろばんを弾きません
- Παρελθόν (απλό)
- そろばんを弾いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- そろばんを弾きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- そろばんを弾かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- そろばんを弾きませんでした
- Τε-μορφή
- そろばんを弾いて
- Δυνητική
- そろばんを弾ける
- Προστακτική
- そろばんを弾け
- Βουλητική
- そろばんを弾こう
- Υποθετική (ば)
- そろばんを弾けば
- Υποθετική (たら)
- そろばんを弾いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- そろばんを弾きたい
- Απαγορευτική (~な)
- そろばんを弾くな
- Προστακτική (ευγενική)
- そろばんを弾きなさい
- Παθητική
- そろばんを弾かれる
- Αιτιατική
- そろばんを弾かせる