ぞくぞく
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ρίγος, αίσθημα κρύου
- 02 ονοματοποιία τρόμος, ανατριχίλα (από φόβο)
- 03 ονοματοποιία ενθουσιασμένος, συνεπαρμένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぞくぞくする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぞくぞくします
- Άρνηση (απλή)
- ぞくぞくしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぞくぞくしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぞくぞくした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぞくぞくしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぞくぞくしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぞくぞくしませんでした
- Τε-μορφή
- ぞくぞくして
- Δυνητική
- ぞくぞくできる
- Προστακτική
- ぞくぞくしろ
- Βουλητική
- ぞくぞくしよう
- Υποθετική (ば)
- ぞくぞくすれば
- Υποθετική (たら)
- ぞくぞくしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぞくぞくしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぞくぞくするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぞくぞくしなさい
- Παθητική
- ぞくぞくされる
- Αιτιατική
- ぞくぞくさせる