ぞろぞろ
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κατά πλήθη, μαζικά, σε συνεχή ροή, το ένα πίσω από το άλλο
- 02 ονοματοποιία ερπόντα (εντόμων), σμηνοειδώς
- 03 ονοματοποιία συρόμενα (π.χ. στο έδαφος), έλκοντας, εκτεινόμενα
Παραδείγματα
-
人がぞろぞろ歩いています。
Οι άνθρωποι περπατούν ο ένας πίσω από τον άλλο.
-
動物園からぞろぞろとたくさんの人が出てきました。
Πολλοί άνθρωποι βγήκαν μαζικά από τον ζωολογικό κήπο.
-
大雨が降り始めると、駅へと向かう傘の列がぞろぞろと続きました。
Μόλις άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς, η ουρά από ομπρέλες που κατευθυνόταν προς τον σταθμό άρχισε να κινείται συνεχώς, η μία πίσω από την άλλη.