たくし上げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανασηκώνω, μαζεύω (μανίκια, φούστα, κ.λπ.), τυλίγω προς τα πάνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- たくし上げる
- Παρόν (ευγενικό)
- たくし上げます
- Άρνηση (απλή)
- たくし上げない
- Άρνηση (ευγενική)
- たくし上げません
- Παρελθόν (απλό)
- たくし上げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- たくし上げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- たくし上げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- たくし上げませんでした
- Τε-μορφή
- たくし上げて
- Δυνητική
- たくし上げられる
- Προστακτική
- たくし上げろ
- Βουλητική
- たくし上げよう
- Υποθετική (ば)
- たくし上げれば
- Υποθετική (たら)
- たくし上げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- たくし上げたい
- Απαγορευτική (~な)
- たくし上げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- たくし上げなさい
- Παθητική
- たくし上げられる
- Αιτιατική
- たくし上げさせる