たじたじ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία υποχωρητικά, διστακτικά, αισθανόμενος αμήχανα ή υπό πίεση
- 02 ονοματοποιία με κλονισμό, τρεκλίζοντας, ασταθώς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- たじたじする
- Παρόν (ευγενικό)
- たじたじします
- Άρνηση (απλή)
- たじたじしない
- Άρνηση (ευγενική)
- たじたじしません
- Παρελθόν (απλό)
- たじたじした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- たじたじしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- たじたじしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- たじたじしませんでした
- Τε-μορφή
- たじたじして
- Δυνητική
- たじたじできる
- Προστακτική
- たじたじしろ
- Βουλητική
- たじたじしよう
- Υποθετική (ば)
- たじたじすれば
- Υποθετική (たら)
- たじたじしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- たじたじしたい
- Απαγορευτική (~な)
- たじたじするな
- Προστακτική (ευγενική)
- たじたじしなさい
- Παθητική
- たじたじされる
- Αιτιατική
- たじたじさせる