たって
μόριο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακόμα κι αν, παρόλο που
- 02 ωστόσο, όσο κι αν
Παραδείγματα
-
疲れてたって、頑張ります。
Ακόμα κι αν είμαι κουρασμένος, θα προσπαθήσω.
-
雨が降ってたって、行かなければなりません。
Ακόμα κι αν βρέχει, πρέπει να πάω.
-
誰に反対されたって、自分の信じる道を進むべきだと思います。
Όσο κι αν με αντιτίθενται οι άλλοι, πιστεύω ότι πρέπει να ακολουθήσω το δρόμο που πιστεύω εγώ.