たでる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 θεραπεύω με φαρμακευτικό ατμό (πρήξιμο, κ.λπ.)
- 02 στεγνώνω τον πυθμένα ενός πλοίου (για την αποφυγή φθοράς από έντομα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- たでる
- Παρόν (ευγενικό)
- たでます
- Άρνηση (απλή)
- たでない
- Άρνηση (ευγενική)
- たでません
- Παρελθόν (απλό)
- たでた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- たでました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- たでなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- たでませんでした
- Τε-μορφή
- たでて
- Δυνητική
- たでられる
- Προστακτική
- たでろ
- Βουλητική
- たでよう
- Υποθετική (ば)
- たでれば
- Υποθετική (たら)
- たでたら
- Επιθυμητική (~たい)
- たでたい
- Απαγορευτική (~な)
- たでるな
- Προστακτική (ευγενική)
- たでなさい
- Παθητική
- たでられる
- Αιτιατική
- たでさせる