たどり

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φτάνω επιτέλους, καταφέρνω να φτάσω, βρίσκω το δρόμο μου προς

Παραδείγματα

  • やっとえきたどりいた

    Επιτέλους έφτασα στο σταθμό.

  • 何時間なんじかんあるいて、ようやく目的地もくてきちたどりきました

    Περπατώντας για ώρες, κατάφερα επιτέλους να φτάσω στον προορισμό μου.

  • おおくの試練しれんえ、長年ながねんゆめであった研究けんきゅう成果せいかたどりことができました。

    Αφού ξεπέρασα πολλές δοκιμασίες, κατάφερα επιτέλους να φτάσω στο αποτέλεσμα της έρευνας που ονειρευόμουν για χρόνια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
たどり着く
Παρόν (ευγενικό)
たどり着きます
Άρνηση (απλή)
たどり着かない
Άρνηση (ευγενική)
たどり着きません
Παρελθόν (απλό)
たどり着いた
Παρελθόν (ευγενικό)
たどり着きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
たどり着かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
たどり着きませんでした
Τε-μορφή
たどり着いて
Δυνητική
たどり着ける
Προστακτική
たどり着け
Βουλητική
たどり着こう
Υποθετική (ば)
たどり着けば