たらい回し
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακροβατική περιστροφή σκάφης (εκτελούμενη με τα πόδια ενώ κάποιος είναι ξαπλωμένος ανάσκελα)
- 02 κυκλική διακίνηση αντικειμένου (εντός μιας συγκεκριμένης ομάδας ατόμων με προκαθορισμένη σειρά)
- 03 μετάθεση προβλήματος σε άλλον (προκειμένου να αποφευχθεί η ευθύνη)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- たらい回しする
- Παρόν (ευγενικό)
- たらい回しします
- Άρνηση (απλή)
- たらい回ししない
- Άρνηση (ευγενική)
- たらい回ししません
- Παρελθόν (απλό)
- たらい回しした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- たらい回ししました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- たらい回ししなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- たらい回ししませんでした
- Τε-μορφή
- たらい回しして
- Δυνητική
- たらい回しできる
- Προστακτική
- たらい回ししろ
- Βουλητική
- たらい回ししよう
- Υποθετική (ば)
- たらい回しすれば
- Υποθετική (たら)
- たらい回ししたら
- Επιθυμητική (~たい)
- たらい回ししたい
- Απαγορευτική (~な)
- たらい回しするな
- Προστακτική (ευγενική)
- たらい回ししなさい
- Παθητική
- たらい回しされる
- Αιτιατική
- たらい回しさせる