たらし込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κολακεύω, εξαπατώ, αποπλανώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- たらし込む
- Παρόν (ευγενικό)
- たらし込みます
- Άρνηση (απλή)
- たらし込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- たらし込みません
- Παρελθόν (απλό)
- たらし込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- たらし込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- たらし込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- たらし込みませんでした
- Τε-μορφή
- たらし込んで
- Δυνητική
- たらし込める
- Προστακτική
- たらし込め
- Βουλητική
- たらし込もう
- Υποθετική (ば)
- たらし込めば
- Υποθετική (たら)
- たらし込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- たらし込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- たらし込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- たらし込みなさい
- Παθητική
- たらし込まれる
- Αιτιατική
- たらし込ませる