たり

μόριο, άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άλλοτε... άλλοτε, πότε... πότε (π.χ. πηγαινοέρχομαι)
  2. 02 κάνω πράγματα όπως...
  3. 03 εκφράζει προσταγή
  4. 04 αρχαϊκό είμαι
  5. 05 αρχαϊκό υποδηλώνει ολοκλήρωση ή συνέχιση μιας ενέργειας

Παραδείγματα

  • 公園こうえんあそんだり、ほんんだりします。

    Παίζω στο πάρκο, διαβάζω βιβλία και τέτοια.

  • 試験しけん合格ごうかくたり失敗しっぱいたりするのも人生じんせい一部いちぶです。

    Το να περνάς ή να κόβεσαι στις εξετάσεις είναι μέρος της ζωής.

  • かれ気まぐれきまぐれで、きゅうわらたりきゅうおこたりするので、まわりはいつも戸惑とまどっています。

    Είναι κυκλοθυμικός, άλλοτε γελάει ξαφνικά, άλλοτε θυμώνει, οπότε οι γύρω του πάντα μπερδεύονται.