だって
σύνδεσμος, μόριο | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη εξάλλου, επειδή
- 02 καθομιλουμένη όμως, αλλά
- 03 ακόμα και
- 04 επίσης, κιόλας
- 05 λένε ότι, ακούω ότι, εννοείς ότι
Παραδείγματα
-
私は行かない。好きじゃないんだから、だって。
Δεν θα πάω, γιατί δεν μου αρέσει.
-
宿題をやらなかったのは私のせいじゃないよ、だって病気だったんだから。
Δεν ήταν δικό μου λάθος που δεν έκανα την εργασία μου, γιατί ήμουν άρρωστος.
-
彼がそんなことをしたなんて信じられないよ、だって彼はいつもとても真面目な人だからね。
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έκανε κάτι τέτοιο, αφού είναι πάντα τόσο σοβαρός άνθρωπος.