だらし

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ατημέλητος (εμφάνιση, εργασία, κ.λπ.), πρόχειρος, ακατάστατος, απείθαρχος, απρόσεκτος, χαλαρός, νωθρός
  2. 02 αδύναμος, ανίσχυρος, αδύναμος χαρακτήρας, δειλός, άτολμος

Κλίση

Παρόν (απλό)
だらし無い
Παρόν (ευγενικό)
だらし無いです
Άρνηση (απλή)
だらし無くない
Άρνηση (ευγενική)
だらし無くないです
Παρελθόν (απλό)
だらし無かった
Παρελθόν (ευγενικό)
だらし無かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
だらし無くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
だらし無くなかったです
Τε-μορφή
だらし無くて
Υποθετική (ば)
だらし無ければ