だらだら

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία στάλα-στάλα, στάζοντας, τρέχοντας, ρέοντας
  2. 02 ονοματοποιία ομαλά (για κλίση)
  3. 03 ονοματοποιία νωθρά, ατελείωτα, μακροσκελώς
  4. 04 ονοματοποιία χαλαρά, αργόσχολα, αργά, ατημέλητα, τεμπέλικα

Παραδείγματα

  • あせだらだらながれる。

    Ο ιδρώτας κυλάει καταρράκτης.

  • 一日中いちにちじゅうだらだらテレビをてしまった。

    Έβλεπα τηλεόραση όλη μέρα χωρίς να κάνω τίποτα.

  • やすみのぐらいは、だれにも気兼きがねなく、だらだらすごしたいものだ。

    Τουλάχιστον τις μέρες των διακοπών, θέλω να τις περάσω χαλαρά, χωρίς να ανησυχώ για κανέναν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
だらだらする
Παρόν (ευγενικό)
だらだらします
Άρνηση (απλή)
だらだらしない
Άρνηση (ευγενική)
だらだらしません
Παρελθόν (απλό)
だらだらした
Παρελθόν (ευγενικό)
だらだらしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
だらだらしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
だらだらしませんでした
Τε-μορφή
だらだらして
Δυνητική
だらだらできる
Προστακτική
だらだらしろ
Βουλητική
だらだらしよう
Υποθετική (ば)
だらだらすれば