だれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι νωθρός, γίνομαι άτονος, χάνω τη ζωντάνια μου, σέρνομαι
  2. 02 βαριέμαι, χάνω το ενδιαφέρον μου
  3. 03 χάνω την αξία μου μετά από κορύφωση (π.χ. μετοχή), εξασθενώ (της αγοράς), χαλαρώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
だれる
Παρόν (ευγενικό)
だれます
Άρνηση (απλή)
だれない
Άρνηση (ευγενική)
だれません
Παρελθόν (απλό)
だれた
Παρελθόν (ευγενικό)
だれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
だれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
だれませんでした
Τε-μορφή
だれて
Δυνητική
だれられる
Προστακτική
だれろ
Βουλητική
だれよう
Υποθετική (ば)
だれれば