だろう
άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 φαίνεται, νομίζω, υποθέτω, αναρωτιέμαι, ελπίζω
- 02 έτσι δεν είναι;, δεν συμφωνείς;, το φαντάστηκα ότι θα το έλεγες!
Παραδείγματα
-
それは本当だろう?
Αλήθεια είναι αυτό, έτσι δεν είναι;
-
明日は晴れるだろうと思います。
Νομίζω πως αύριο θα έχει λιακάδα.
-
彼は忙しいだろうから、今日は会えないかもしれない。
Μάλλον είναι απασχολημένος, οπότε ίσως να μην καταφέρουμε να τον συναντήσουμε σήμερα.