ちびる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη βρέχομαι πάνω μου
  2. 02 τσιγκουνεύομαι, είμαι φιλάργυρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
ちびる
Παρόν (ευγενικό)
ちびります
Άρνηση (απλή)
ちびらない
Άρνηση (ευγενική)
ちびりません
Παρελθόν (απλό)
ちびった
Παρελθόν (ευγενικό)
ちびりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ちびらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ちびりませんでした
Τε-μορφή
ちびって
Δυνητική
ちびれる
Προστακτική
ちびれ
Βουλητική
ちびろう
Υποθετική (ば)
ちびれば