ちゃんこ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες καταχωρήσεις: ちゃんこ
- 01 κάθισμα, το να κάθεται κανείς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ちゃんこする
- Παρόν (ευγενικό)
- ちゃんこします
- Άρνηση (απλή)
- ちゃんこしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ちゃんこしません
- Παρελθόν (απλό)
- ちゃんこした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ちゃんこしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ちゃんこしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ちゃんこしませんでした
- Τε-μορφή
- ちゃんこして
- Δυνητική
- ちゃんこできる
- Προστακτική
- ちゃんこしろ
- Βουλητική
- ちゃんこしよう
- Υποθετική (ば)
- ちゃんこすれば
- Υποθετική (たら)
- ちゃんこしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ちゃんこしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ちゃんこするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ちゃんこしなさい
- Παθητική
- ちゃんこされる
- Αιτιατική
- ちゃんこさせる