ちゃん付け
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσθήκη της οικείας κατάληξης «τσαν» στο όνομα κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ちゃん付けする
- Παρόν (ευγενικό)
- ちゃん付けします
- Άρνηση (απλή)
- ちゃん付けしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ちゃん付けしません
- Παρελθόν (απλό)
- ちゃん付けした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ちゃん付けしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ちゃん付けしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ちゃん付けしませんでした
- Τε-μορφή
- ちゃん付けして
- Δυνητική
- ちゃん付けできる
- Προστακτική
- ちゃん付けしろ
- Βουλητική
- ちゃん付けしよう
- Υποθετική (ば)
- ちゃん付けすれば
- Υποθετική (たら)
- ちゃん付けしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ちゃん付けしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ちゃん付けするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ちゃん付けしなさい
- Παθητική
- ちゃん付けされる
- Αιτιατική
- ちゃん付けさせる