ちやほや

ρήμα, επίρρημα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία περιποιούμαι υπερβολικά, καλομαθαίνω, κακομαθαίνω, επιδίδομαι σε κολάκειες (με την παροχή προσοχής)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ちやほやする
Παρόν (ευγενικό)
ちやほやします
Άρνηση (απλή)
ちやほやしない
Άρνηση (ευγενική)
ちやほやしません
Παρελθόν (απλό)
ちやほやした
Παρελθόν (ευγενικό)
ちやほやしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ちやほやしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ちやほやしませんでした
Τε-μορφή
ちやほやして
Δυνητική
ちやほやできる
Προστακτική
ちやほやしろ
Βουλητική
ちやほやしよう
Υποθετική (ば)
ちやほやすれば