ちょこちょこ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με μικρά και γρήγορα βήματα
  2. 02 ονοματοποιία ανήσυχα, σε συνεχή κίνηση
  3. 03 ονοματοποιία γρήγορα και εύκολα
  4. 04 ονοματοποιία συχνά, κατά διαστήματα, περιστασιακά

Κλίση

Παρόν (απλό)
ちょこちょこする
Παρόν (ευγενικό)
ちょこちょこします
Άρνηση (απλή)
ちょこちょこしない
Άρνηση (ευγενική)
ちょこちょこしません
Παρελθόν (απλό)
ちょこちょこした
Παρελθόν (ευγενικό)
ちょこちょこしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ちょこちょこしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ちょこちょこしませんでした
Τε-μορφή
ちょこちょこして
Δυνητική
ちょこちょこできる
Προστακτική
ちょこちょこしろ
Βουλητική
ちょこちょこしよう
Υποθετική (ば)
ちょこちょこすれば