ちょこん

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ελαφρώς, λίγο (για ενέργεια), μικρός και ήσυχος

Παραδείγματα

  • いすにちょこんすわります。

    Κάθομαι ίσα-ίσα στην καρέκλα.

  • ねこ窓辺まどべちょこんすわっていました。

    Η γάτα καθόταν ήσυχα στο περβάζι του παραθύρου.

  • ずかしがり彼女かのじょは、部屋へやすみちょこんちぢまって、しずかにほんんでいました。

    Ντροπαλή όπως ήταν, καθόταν στριμωγμένη σε μια γωνία του δωματίου και διάβαζε ήσυχα ένα βιβλίο.