ちょろい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη εύκολος, απλός
  2. 02 καθομιλουμένη απλοϊκός (τρόπος σκέψης κ.λπ.), αφελής, προφανής (κόλπο)
  3. 03 καθομιλουμένη μαλακός, χαλαρός, επιεικής

Κλίση

Παρόν (απλό)
ちょろい
Παρόν (ευγενικό)
ちょろいです
Άρνηση (απλή)
ちょろくない
Άρνηση (ευγενική)
ちょろくないです
Παρελθόν (απλό)
ちょろかった
Παρελθόν (ευγενικό)
ちょろかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ちょろくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ちょろくなかったです
Τε-μορφή
ちょろくて
Υποθετική (ば)
ちょろければ