ちらちら
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία πέφτω ελαφρά (π.χ. χιόνι, πέταλα, κομφετί), αιωρούμαι
- 02 ονοματοποιία τρεμοπαίζω, αναβοσβήνω, λάμπω αμυδρά, σπινθηρίζω, τυφλώνω
- 03 ονοματοποιία εμφανίζομαι και εξαφανίζομαι, παίρνω φευγαλέες ματιές
- 04 ονοματοποιία ρίχνω κλεφτές ματιές (επανειλημμένα)
- 05 ονοματοποιία (ακούω, βλέπω) κατά διαστήματα, διακοπτόμενα
Παραδείγματα
-
雪がちらちら降っています。
Χιονίζει ελαφρά.
-
彼は試験中、隣の人の解答をちらちら見ていました。
Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, έριχνε κλεφτές ματιές στις απαντήσεις του διπλανού του.
-
彼女が話している間、彼は私にちらちらと視線を送り、まるで何かを訴えかけるようでした。
Ενώ εκείνη μιλούσε, εκείνος μου έριχνε κλεφτές ματιές, σαν να προσπαθούσε να μου πει κάτι.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ちらちらする
- Παρόν (ευγενικό)
- ちらちらします
- Άρνηση (απλή)
- ちらちらしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ちらちらしません
- Παρελθόν (απλό)
- ちらちらした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ちらちらしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ちらちらしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ちらちらしませんでした
- Τε-μορφή
- ちらちらして
- Δυνητική
- ちらちらできる
- Προστακτική
- ちらちらしろ
- Βουλητική
- ちらちらしよう
- Υποθετική (ば)
- ちらちらすれば
- Υποθετική (たら)
- ちらちらしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ちらちらしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ちらちらするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ちらちらしなさい
- Παθητική
- ちらちらされる
- Αιτιατική
- ちらちらさせる