ちんと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ήρεμα, ψύχραιμα, κομψά και συνεσταλμένα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ちんとする
Παρόν (ευγενικό)
ちんとします
Άρνηση (απλή)
ちんとしない
Άρνηση (ευγενική)
ちんとしません
Παρελθόν (απλό)
ちんとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ちんとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ちんとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ちんとしませんでした
Τε-μορφή
ちんとして
Δυνητική
ちんとできる
Προστακτική
ちんとしろ
Βουλητική
ちんとしよう
Υποθετική (ば)
ちんとすれば