っ切きり

μόριο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μόνο, αποκλειστικά
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα από τότε που, μετά από
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα συνεχώς, αδιάκοπα, παραμένοντας (σε μια συγκεκριμένη κατάσταση)