ついて

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνοδεύω, ακολουθώ, συμβαδίζω

Παραδείγματα

  • かあさんのあとついて行くついていく

    Θα ακολουθήσω τη μαμά.

  • わたしはあなたの決断けつだんついて行くついていくつもりです。

    Έχω την πρόθεση να ακολουθήσω την απόφασή σου.

  • どんなに困難こんなんみちでも、かれえらんだ方向ほうこうわたしついて行くついていくめている。

    Όσο δύσκολος κι αν είναι ο δρόμος, έχω αποφασίσει να ακολουθήσω την κατεύθυνση που επέλεξε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ついて行く
Παρόν (ευγενικό)
ついて行きます
Άρνηση (απλή)
ついて行かない
Άρνηση (ευγενική)
ついて行きません
Παρελθόν (απλό)
ついて行った
Παρελθόν (ευγενικό)
ついて行きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ついて行かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ついて行きませんでした
Τε-μορφή
ついて行って
Δυνητική
ついて行ける
Προστακτική
ついて行け
Βουλητική
ついて行こう
Υποθετική (ば)
ついて行けば