つかまり立だち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 όρθια στάση με στήριξη (για βρέφος ή νήπιο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
つかまり立ちする
Παρόν (ευγενικό)
つかまり立ちします
Άρνηση (απλή)
つかまり立ちしない
Άρνηση (ευγενική)
つかまり立ちしません
Παρελθόν (απλό)
つかまり立ちした
Παρελθόν (ευγενικό)
つかまり立ちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
つかまり立ちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
つかまり立ちしませんでした
Τε-μορφή
つかまり立ちして
Δυνητική
つかまり立ちできる
Προστακτική
つかまり立ちしろ
Βουλητική
つかまり立ちしよう
Υποθετική (ば)
つかまり立ちすれば