つかみ出す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βγάζω, παίρνω μια χούφτα, αρπάζω και πετώ
- 02 διώχνω κάποιον (από σπίτι, δωμάτιο κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- つかみ出す
- Παρόν (ευγενικό)
- つかみ出します
- Άρνηση (απλή)
- つかみ出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- つかみ出しません
- Παρελθόν (απλό)
- つかみ出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- つかみ出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- つかみ出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- つかみ出しませんでした
- Τε-μορφή
- つかみ出して
- Δυνητική
- つかみ出せる
- Προστακτική
- つかみ出せ
- Βουλητική
- つかみ出そう
- Υποθετική (ば)
- つかみ出せば
- Υποθετική (たら)
- つかみ出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- つかみ出したい
- Απαγορευτική (~な)
- つかみ出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- つかみ出しなさい
- Παθητική
- つかみ出される
- Αιτιατική
- つかみ出させる