つけ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκμεταλλεύομαι, επωφελούμαι από την αδυναμία κάποιου, καταχρώμαι
  2. 02 καταχωρώ (σε λογιστικό βιβλίο), κάνω εγγραφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
つけ込む
Παρόν (ευγενικό)
つけ込みます
Άρνηση (απλή)
つけ込まない
Άρνηση (ευγενική)
つけ込みません
Παρελθόν (απλό)
つけ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
つけ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
つけ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
つけ込みませんでした
Τε-μορφή
つけ込んで
Δυνητική
つけ込める
Προστακτική
つけ込め
Βουλητική
つけ込もう
Υποθετική (ば)
つけ込めば