つもりである

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκοπεύω
  2. 02 είμαι βέβαιος ότι

Κλίση

Παρόν (απλό)
つもりである
Παρόν (ευγενικό)
つもりであります
Άρνηση (απλή)
つもりであらない
Άρνηση (ευγενική)
つもりでありません
Παρελθόν (απλό)
つもりであった
Παρελθόν (ευγενικό)
つもりでありました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
つもりであらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
つもりでありませんでした
Τε-μορφή
つもりであって
Δυνητική
つもりであれる
Προστακτική
つもりであれ
Βουλητική
つもりであろう
Υποθετική (ば)
つもりであれば