つりがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανυψώνομαι (με γερανό, σχοινιά, κλπ.), σηκώνομαι, ανασηκώνομαι
  2. 02 στρέφομαι προς τα πάνω (ιδιαίτερα για τα μάτια), είμαι λοξός προς τα πάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
つり上がる
Παρόν (ευγενικό)
つり上がります
Άρνηση (απλή)
つり上がらない
Άρνηση (ευγενική)
つり上がりません
Παρελθόν (απλό)
つり上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
つり上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
つり上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
つり上がりませんでした
Τε-μορφή
つり上がって
Δυνητική
つり上がれる
Προστακτική
つり上がれ
Βουλητική
つり上がろう
Υποθετική (ば)
つり上がれば