で

μόριο, σύνδεσμος | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: で

  1. 01 σε
  2. 02 σε, κατά
  3. 03 με, μέσω
  4. 04 καθομιλουμένη έτσι, επομένως, τότε, κατά συνέπεια
  5. 05 καθομιλουμένη παρεμπιπτόντως, μεταξύ άλλων, τώρα, λοιπόν

Παραδείγματα

  • 私わたしは家いえで本ほんを読よみます。

    Διαβάζω βιβλία στο σπίτι.

  • 彼かれは電車でんしゃで通勤つうきんしています。

    Αυτός πηγαινοέρχεται στη δουλειά με το τρένο.

  • 彼かれは努力どりょくで成功せいこうを掴つかみました。

    Εκείνος πέτυχε χάρη στην προσπάθειά του.