でっぷり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία παχύσαρκος, με εύσωμη διάπλαση, με εύσωμη σωματική κατασκευή, με στιβαρή σωματική κατασκευή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- でっぷりする
- Παρόν (ευγενικό)
- でっぷりします
- Άρνηση (απλή)
- でっぷりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- でっぷりしません
- Παρελθόν (απλό)
- でっぷりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- でっぷりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- でっぷりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- でっぷりしませんでした
- Τε-μορφή
- でっぷりして
- Δυνητική
- でっぷりできる
- Προστακτική
- でっぷりしろ
- Βουλητική
- でっぷりしよう
- Υποθετική (ば)
- でっぷりすれば
- Υποθετική (たら)
- でっぷりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- でっぷりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- でっぷりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- でっぷりしなさい
- Παθητική
- でっぷりされる
- Αιτιατική
- でっぷりさせる