でも無い
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ούτε είναι..., δεν είναι ούτε..., δεν είναι καν...
- 02 ούτε κάνει..., δεν κάνει ούτε..., δεν κάνει καν...
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- でも無い
- Παρόν (ευγενικό)
- でも無いです
- Άρνηση (απλή)
- でも無くない
- Άρνηση (ευγενική)
- でも無くないです
- Παρελθόν (απλό)
- でも無かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- でも無かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- でも無くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- でも無くなかったです
- Τε-μορφή
- でも無くて
- Υποθετική (ば)
- でも無ければ
- Υποθετική (たら)
- でも無かったら