とか
μόριο, σύνδεσμος, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 και τα παρόμοια, όπως, μεταξύ άλλων, και ούτω καθεξής
- 02 κάτι σαν, περίπου κάτι τέτοιο, ένας συγκεκριμένος (κάποιος)
- 03 ακούω ότι, λένε ότι, φημολογείται ότι
- 04 καθομιλουμένη ή κάτι τέτοιο, κάτι σαν, ή οτιδήποτε άλλο
Παραδείγματα
-
りんごとか買います。
Θα αγοράσω μήλα και άλλα παρόμοια.
-
テストで100点取ったとか、本当ですか?
Άκουσα ότι πήρες 100 στο τεστ, είναι αλήθεια;
-
将来は医者とか弁護士とかになって、人の役に立ちたいと思っています。
Στο μέλλον, θέλω να γίνω γιατρός ή δικηγόρος, κάτι τέτοιο, και να βοηθήσω τους ανθρώπους.