とぐろを巻く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τυλίγομαι σε σπείρες (π.χ. φίδι)
- 02 τεμπελιάζω, αράζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- とぐろを巻く
- Παρόν (ευγενικό)
- とぐろを巻きます
- Άρνηση (απλή)
- とぐろを巻かない
- Άρνηση (ευγενική)
- とぐろを巻きません
- Παρελθόν (απλό)
- とぐろを巻いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- とぐろを巻きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- とぐろを巻かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- とぐろを巻きませんでした
- Τε-μορφή
- とぐろを巻いて
- Δυνητική
- とぐろを巻ける
- Προστακτική
- とぐろを巻け
- Βουλητική
- とぐろを巻こう
- Υποθετική (ば)
- とぐろを巻けば
- Υποθετική (たら)
- とぐろを巻いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- とぐろを巻きたい
- Απαγορευτική (~な)
- とぐろを巻くな
- Προστακτική (ευγενική)
- とぐろを巻きなさい
- Παθητική
- とぐろを巻かれる
- Αιτιατική
- とぐろを巻かせる