とする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσπαθώ να..., πρόκειται να...
  2. 02 αποφασίζω να...
  3. 03 θεωρώ ως, αντιμετωπίζω ως, βλέπω ως
  4. 04 χρησιμοποιώ για
  5. 05 υποθέτω ότι ισχύει (κάτι), υποτίθεται ότι
  6. 06 αποφασίζω ότι, πιστεύω ότι
  7. 07 μετατρέπω σε, αλλάζω σε
  8. 08 αισθάνομαι (π.χ. μετά από ηχομιμητική λέξη ή λέξη ψυχολογικής εμπειρίας), φαίνομαι, έχω την αίσθηση
  9. 09 σκοπεύω, έχω την πρόθεση

Παραδείγματα

  • わたし医者いしゃはなそうとします

    Θα προσπαθήσω να μιλήσω στον γιατρό.

  • 来週らいしゅうからダイエットをはじめようとします

    Από την επόμενη εβδομάδα σκοπεύω να ξεκινήσω δίαιτα.

  • あたらしい計画けいかく成功せいこうすると仮定かていして、つぎのステップをかんがえましょう。

    Ας υποθέσουμε ότι το νέο σχέδιο θα είναι επιτυχημένο και ας σκεφτούμε τα επόμενα βήματα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
とする
Παρόν (ευγενικό)
とします
Άρνηση (απλή)
としない
Άρνηση (ευγενική)
としません
Παρελθόν (απλό)
とした
Παρελθόν (ευγενικό)
としました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
としなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
としませんでした
Τε-μορφή
として
Δυνητική
とできる
Προστακτική
としろ
Βουλητική
としよう
Υποθετική (ば)
とすれば