とっちる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο τα χάνω, μπερδεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
とっちる
Παρόν (ευγενικό)
とっちます
Άρνηση (απλή)
とっちない
Άρνηση (ευγενική)
とっちません
Παρελθόν (απλό)
とっちた
Παρελθόν (ευγενικό)
とっちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
とっちなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
とっちませんでした
Τε-μορφή
とっちて
Δυνητική
とっちられる
Προστακτική
とっちろ
Βουλητική
とっちよう
Υποθετική (ば)
とっちれば