とっ散ちらかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σκορπίζομαι, διασκορπίζομαι, βρίσκομαι παντού

Κλίση

Παρόν (απλό)
とっ散らかる
Παρόν (ευγενικό)
とっ散らかります
Άρνηση (απλή)
とっ散らからない
Άρνηση (ευγενική)
とっ散らかりません
Παρελθόν (απλό)
とっ散らかった
Παρελθόν (ευγενικό)
とっ散らかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
とっ散らからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
とっ散らかりませんでした
Τε-μορφή
とっ散らかって
Δυνητική
とっ散らかれる
Προστακτική
とっ散らかれ
Βουλητική
とっ散らかろう
Υποθετική (ば)
とっ散らかれば