とっ散らかる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σκορπίζομαι, διασκορπίζομαι, βρίσκομαι παντού
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- とっ散らかる
- Παρόν (ευγενικό)
- とっ散らかります
- Άρνηση (απλή)
- とっ散らからない
- Άρνηση (ευγενική)
- とっ散らかりません
- Παρελθόν (απλό)
- とっ散らかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- とっ散らかりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- とっ散らからなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- とっ散らかりませんでした
- Τε-μορφή
- とっ散らかって
- Δυνητική
- とっ散らかれる
- Προστακτική
- とっ散らかれ
- Βουλητική
- とっ散らかろう
- Υποθετική (ば)
- とっ散らかれば
- Υποθετική (たら)
- とっ散らかったら
- Επιθυμητική (~たい)
- とっ散らかりたい
- Απαγορευτική (~な)
- とっ散らかるな
- Προστακτική (ευγενική)
- とっ散らかりなさい
- Παθητική
- とっ散らかられる
- Αιτιατική
- とっ散らからせる