となる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίσημο γίνομαι, καθίσταμαι
Παραδείγματα
-
大人に成長し、大学生となる。
Μεγάλωσα και έγινα φοιτητής.
-
試験に合格すれば、医師となることが可能です。
Αν περάσεις τις εξετάσεις, μπορείς να γίνεις γιατρός.
-
様々な経験を積むことで、困難な問題にも冷静に対処できる人物となるでしょう。
Αποκτώντας διάφορες εμπειρίες, θα γίνεις ένα άτομο που μπορεί να αντιμετωπίζει ψύχραιμα ακόμα και δύσκολα προβλήματα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- となる
- Παρόν (ευγενικό)
- となります
- Άρνηση (απλή)
- とならない
- Άρνηση (ευγενική)
- となりません
- Παρελθόν (απλό)
- となった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- となりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- とならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- となりませんでした
- Τε-μορφή
- となって
- Δυνητική
- となれる
- Προστακτική
- となれ
- Βουλητική
- となろう
- Υποθετική (ば)
- となれば
- Υποθετική (たら)
- となったら
- Επιθυμητική (~たい)
- となりたい
- Απαγορευτική (~な)
- となるな
- Προστακτική (ευγενική)
- となりなさい
- Παθητική
- となられる
- Αιτιατική
- とならせる