とやかく言う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σχολιάζω τα πάντα, κρίνω, ασκώ κριτική, βρίσκω ψεγάδια, παραπονιέμαι, εγείρω αντιρρήσεις, ανακατεύομαι, επεμβαίνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- とやかく言う
- Παρόν (ευγενικό)
- とやかく言います
- Άρνηση (απλή)
- とやかく言わない
- Άρνηση (ευγενική)
- とやかく言いません
- Παρελθόν (απλό)
- とやかく言った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- とやかく言いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- とやかく言わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- とやかく言いませんでした
- Τε-μορφή
- とやかく言って
- Δυνητική
- とやかく言える
- Προστακτική
- とやかく言え
- Βουλητική
- とやかく言おう
- Υποθετική (ば)
- とやかく言えば
- Υποθετική (たら)
- とやかく言ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- とやかく言いたい
- Απαγορευτική (~な)
- とやかく言うな
- Προστακτική (ευγενική)
- とやかく言いなさい
- Παθητική
- とやかく言われる
- Αιτιατική
- とやかく言わせる