とやら

άλλο, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίθημα ...ή κάπως έτσι, ...ή οτιδήποτε άλλο, λεγόμενος, ένας κάποιος

Παραδείγματα

  • 先生せんせいとやらました。

    Ήρθε κάποιος, ένας δάσκαλος ή κάπως έτσι.

  • となりいえあたらしい家族かぞくとやらしてきたらしい。

    Φαίνεται ότι μετακόμισε μια νέα οικογένεια ή κάποιους τέτοιους στο διπλανό σπίτι.

  • かれ最近さいきん仕事しごとで「大変たいへんなプロジェクト」とやらかかわっているらしく、毎日忙まいにちいそがしそうだ。

    Φαίνεται πως τον τελευταίο καιρό ασχολείται με ένα «πολύ δύσκολο πρότζεκτ» ή κάτι τέτοιο στη δουλειά του και είναι απασχολημένος κάθε μέρα.