とる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι σε διαδικασία...
  2. 02 έχω ...ει, είμαι ...μένος

Παραδείγματα

  • 写真しゃしんる。

    Βγάζω φωτογραφίες.

  • いまさかなっているところなので、すこってくださいとかれった。

    Είπε να περιμένω λίγο γιατί ψάρευε εκείνη τη στιγμή.

  • あたらしい技術ぎじゅつ導入どうにゅうともない、いままでとはことなるあたらしい仕事しごとんでいる従業員じゅうぎょういんえている。

    Με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι ασχολούνται με νέα καθήκοντα που διαφέρουν από αυτά που έκαναν μέχρι τώρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
とる
Παρόν (ευγενικό)
とります
Άρνηση (απλή)
とらない
Άρνηση (ευγενική)
とりません
Παρελθόν (απλό)
とった
Παρελθόν (ευγενικό)
とりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
とらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
とりませんでした
Τε-μορφή
とって
Δυνητική
とれる
Προστακτική
とれ
Βουλητική
とろう
Υποθετική (ば)
とれば