とろい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αμβλύς, ανόητος, αργόστροφος
  2. 02 βραδύς, νωθρός

Κλίση

Παρόν (απλό)
とろい
Παρόν (ευγενικό)
とろいです
Άρνηση (απλή)
とろくない
Άρνηση (ευγενική)
とろくないです
Παρελθόν (απλό)
とろかった
Παρελθόν (ευγενικό)
とろかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
とろくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
とろくなかったです
Τε-μορφή
とろくて
Υποθετική (ば)
とろければ