とろっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία παχύρρευστα, γλοιωδώς, κολλωδώς, κρεμωδώς, (λιώνοντας και) μαλακώνοντας
- 02 ονοματοποιία υπνηλά, νυσταλέα, αποκοιμώμενος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- とろっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- とろっとします
- Άρνηση (απλή)
- とろっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- とろっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- とろっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- とろっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- とろっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- とろっとしませんでした
- Τε-μορφή
- とろっとして
- Δυνητική
- とろっとできる
- Προστακτική
- とろっとしろ
- Βουλητική
- とろっとしよう
- Υποθετική (ば)
- とろっとすれば
- Υποθετική (たら)
- とろっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- とろっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- とろっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- とろっとしなさい
- Παθητική
- とろっとされる
- Αιτιατική
- とろっとさせる