とろっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία παχύρρευστα, γλοιωδώς, κολλωδώς, κρεμωδώς, (λιώνοντας και) μαλακώνοντας
  2. 02 ονοματοποιία υπνηλά, νυσταλέα, αποκοιμώμενος

Κλίση

Παρόν (απλό)
とろっとする
Παρόν (ευγενικό)
とろっとします
Άρνηση (απλή)
とろっとしない
Άρνηση (ευγενική)
とろっとしません
Παρελθόν (απλό)
とろっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
とろっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
とろっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
とろっとしませんでした
Τε-μορφή
とろっとして
Δυνητική
とろっとできる
Προστακτική
とろっとしろ
Βουλητική
とろっとしよう
Υποθετική (ば)
とろっとすれば